μαριος χατζηπροκοπιου

ʾištiqá:q 1

χίτζρας2

Μαύρα κουρέλια των γιαγιάδων

αγία ναφθαλίνη πολιούχων ντουλαπιών

το ξύλο στο πάτωμα να τρίζει

το μπαλκονάκι ετοιμόρροπο, στοιχειό

που ο καινούριος ιδιοκτήτης

θα τσιμεντώσει.

Μαύρα κουρέλια των γιαγιάδων

μάλλινη ζέστα μες το μεσημέρι

η μυρωδιά σας χράμι

και δροσιά

νοτίζετε την ξενική μου νύχτα, την ενήλικη

γρατζουνάτε φιδοπουκαμίσα.

– Παρακαλώ να με φωνάζετε Γυρνώ

Γεννώ, γυμνούλη νόστο!

στο(ν) κόλπο σας τρυπώνω

σας ντύνομαι

και στήνουμε

χορό

Τρεις χήρες Χάριτες

Την αντρική μου κεφαλή, φρέσκο μεζέ

στο δίσκο

μαλλιοτραβιόμαστε ποια θα γλωσσοφιλήσει

Χαρά στα εφτά σας πέπλα!

 

luna de miel3

Όταν «έφυγε» -που λένε- ο πατέρας

γύρισα κι εγώ από τους τροπικούς.

Και φύγαμε

μήνα του μέλιτος

σαράντα μία μέρες μετά

με τη μαμά.

Τα ρουμς του λετ δεν τη χωρούσαν

την ορφανή. Ήταν ακόμη αρχές

Μάη. Κι οι μόνοι πελάτες

συνταξιούχες του Βορρά.

Άπασες, μετά των συζύγων

εν ζωή.

Φύγαμε

Πήγαμε

Βρεθήκαμε στη μέση ενός κάμπου.

Ήρθαν οι τρεις κοπέλες

γιαγιάδες από χώμα

-με βρολίδες-

Μας μοιράνανε.

Ήρθε ο κόσμος όλος

– καλοσύνη σας, ξένε!

σε μια γουλιά ωτοστόπ.

Τραγουδήσαμε ηλιοβασίλεματα

Το ίδιο βράδυ, στο λυόμενο

ονειρεύτηκα:

καπνισμένο τζάκι

εμένα, το χλωρό ξύλο που φταίει

και έναν Άη-Γιώργη-Δράκο

να με τινάζει.

(από τη μέση να με βγάζει) σπίθες

έμεινα

Από τότε, όποτε και αν

δω στο όνειρό μου το μπαμπά

είτε μου γελά,

είτε μ’αγκαλιάζει,

χραμ4

Γαλάζιο κοριτσάκι που είκοσι χρόνια πριν

πότιζες γάλα του παππού τα χράμια, εγγόνι λικνιστό

Άγονη τώρα ιδρώνεις να τα σελωθείς, τουρίστρια

άκληρη

αποκληρωμένη

γόνος

με χρήμα

αγνώστου προελεύσεως αυτό

δημιουργίας. Δέρμα γυαλικό νοσταλγεί να ξυθεί

Ιστοσελίδα: «Πάσχα στο Χωριό»

(- Σημαίνει Ανάσταση ποτέ

στις εκατόμβες των μπαούλων;

– Πώς, κόρη’μ, πώς)

Χράμια που σε μεγάλωσαν, πραμάτειες

στα παζαρεύουν αλεπούδες κουνελαδερφές

δέσποτες αδερφοί συνεχιστές και επίκτητοι

τηλεπωλητές του πατρικού.

Χρόνια που σε άλωσαν, πίξελς

ονλάιν πικς και ψαύεις μήπως βρεις

και με αριθμό πιστωτικής (ανα)πληρώσεις

τη στάμπα που σε γέννησε.

1ištiqá:qشتقاق ¨

Αραβικός όρος για την ετυμολογία. Κυριολεκτική σημασία της λέξης: σχίσμα, χωρισμός, ρωγμή.

2 χίτζρας: Ίντι (हिजड़ा) και ούρντου (ہِجڑا,) . […] νοτιοασιατικοί πολιτισμοί […] αρσενικό βιολογικό φύλο […] γυναικεία κοινωνική ταυτότητα […] 20ος αιώνας […] ακτιβίστριες hijras […] δυτικές Μ.Κ.Ο. […] επίσημη αναγνώριση […] τρίτο φύλο […] κατηγορίες […] πέρα από […] Ετυμ. αραβική ρίζα h-j-r: εγκαταλείπω, αποκηρύσσω, μεταναστεύω.

3 luna de miel: μήνας του μέλιτος […] ισπανικά […] σελήνη-μέλι

4 χραμ: μαλλινοβάμβακο σεντόνι […] Αγιάσος Λέσβου […] ντοπιολαλιά […] τουρκικά ihram […] iḥrām إحرا αραβικά […] ενδυμασία […] πιστός στο Ισλάμ […] ψυχική κατάσταση […] προσκύνημα, hajjحج […] ḥarām حَرَام‎ […] όσιος/αμαρτάνων […] Ετυμ. αραβική ρίζα h-r-m: ιερό/απαγόρευση […] Νεοελ. χράμι, χαράμι, χαραμίζω, χαραμής, χαρέμι

Advertisements