δημητρης αλλος

 

                                                                              Ο,ΤΙ ΑΦΗΣΑ ΠΙΣΩ ΜΟΥ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


Η μνήμη άμμος κινητή

χαράζει και λιμπίζεται όλα μου τα

στρουθία όλα τα θρεπτικά μου

(συμβαίνει κάθε δίσεκτο

που μένω πετσί και κόκαλο)

*

Η γλώσσα που τώρα σάς μιλάω

είναι το ποίημα        μαζί

με το καλάθι των αχρήστων του

*

Σκοντάφτω άσκημα     σε πέτρες

   και άδεια πακέτα τσιγάρων

*

Περνώντας

το ίδιο γκρέμισμα –μεθεκτικά

(έτσι το θέλω)– όλα εκείνα τα

σχεδόν ίσως μάλλον γιατί

που χρόνια πριν σωριάστηκαν

για να πατήσω νικητής το ίδιο ποίημα

τώρα πατάω την κρίσιμη ηλικία των 50

κι ό,τι μυαλό φορτώθηκα

δεν το βαστούν οι ώμοι

*

Το μαστίγιο της απόστασης

χτυπάει όποιον το κρατήσει

*

Μαθαίνοντας απ’ την αρχή

τα βήματα αυτού του δρόμου

–(με νίκελ αστραφτερά μ’ ασύρματα)–

και νά με τώρα τη φύση που χαζεύω

αρχαία δάση φαλακρά αυθαίρετες βιλίτσες

ρυτίδες λαίμαργες –έτσι υπάρχεις για την

ώρα γύρω μου– ωδικών και άλλων έργων

κοινής ωφελείας κάποτε

[…]

μπαίνοντας από περιέργεια

στα εγκαταλελειμμένα

πάνω στη στραπατσαρισμένη κασετίνα

διάβασα: μην παίζετε ρουλέτα με τις λέξεις μου

–γραμμένο με κόκκινο διαγραμμένο με μαύρο–

και παρακάτω:

προσέχετε πώς αγγίζετε τις λέξεις

κρύβουν περιστατικά

*

Σειρά ολόκληρη

εγκαταλειμμένα ποιήματα

ίσως και να ’ταν σταθμοί κάποτε

*

Τα δειλινά είναι τα ούλα των φτωχών

–(τέτοια φαλτσέτα τα φτερά του)–

το ’βλεπα        πώς στροβιλίζονταν

χρώμα αδημονίου ο ουρανός

νότιζε ένα γύρω τα πόσιμα αίματα

(μπορούσες να το μυριστείς)

έβγαλα το ξεθωριασμένο μου τζάκετ

(τόσα ρούχα και να –επιτέλους– έκανε δουλειά

ετούτο το παλιόπραμα με τα μαλλιά από μέσα)

έστρωσα κάτω απ’ το φθαρμένο ελενίτ

*

Μονάχα η μνήμη

διεκδικεί το κόκκινο


μαθαίνει το αμφίβιο

και από την πληγή

και απ το αίμα

*

                                        της Γιάννας μου

«Θα σε πληρώσω –του είπα

– με τη χαμένη του πλευρά»

την ώρα που προσπαθούσα να περάσω

από την τρύπα μιας βελόνας

(τα χέρια μου μύριζαν ατσάλι)

ξύπνησα τρέμοντας Α! θαύμασα!

αυτό είναι η ποίηση μέσα στην ζωή μου

και μετά με έλουσε κρύος ιδρώτας ΑΑ!

αυτό είναι η ζωή μου μέσα στην ποίηση

ενώ δάκρυα ωρολογιακά ξεπάγωναν

με παφλασμό στα ποδάρια μου

που τα ’βαφαν κατακόκκινα

έρχονταν τότε οι γλάροι

και έμοιαζε πως νικούσαν

τ’ άρπαζε ο σκύλος

κι έμοιαζε πως νικούσε

τ’ άρπαζαν μετά άλλα τετράποδα

αυτά τα τελευταία με θόρυβο

εκκωφαντικό       μετατρέπονταν

σ’ εκείνο ακριβώς που καταβρόχθιζαν

Οι γλάροι τότε ζήλευαν τον ουρανό

Ο σκύλος έκλαιγε και μετά γελούσε

(γεμίζοντας αδειάζοντας μοιράζοντας)

Ο σκύλος ανέπνεε

σταθμίζοντας

Ορθολογικό                                         Θάνατο

ένα χέρι αγαπημένο με τράνταζε με δύναμη

«πού πας αγάπη μου                πού πας;

αλλάζεις πορεία               μέσα στο σκοτάδι;»

*

έσταζε

εκείνη η βρύση

όλη νύχτα

πλομ

πλομ

τα όνειρά μου

κύκλος

τα όνειρά μου

κύκλοι

ομόκεντροι

νύχτα μέρα

έσταζε

εκείνη η βρύση

η ίδια

σταγόνα

πλομ

η ίδια σταγόνα πάντα

πλομ

πλομ

*

Ακίνητος θαυμάζεις την ταχύτητα

όλη εκείνη η φρίκη να προσπερνάς

ό,τι σου εμπιστεύτηκε ο χρόνος

*

Τραβώντας το μαύρο πανί

ένα φεγγάρι γιαπωνέζικο

πήρε να μιλάει ακατάσχετα

έπηζαν τα εοζινόφιλα της νύχτας –αυτά

που οι εκεί κάτω ονομάζουν άστρα–

σημάδι πεντακάθαρο πως η άγνοια

παρηγορεί την απόσταση

*

Έλιωνε το κεράκι μου

στη φιλδισένια του θήκη

έλιωνε και με κατέβαζε

γραμμή στον Κάτου Κόσμο

ώσπου εξαίφνης έσβησε το άτιμο

και έμεινα να αιωρούμαι

ανεκπλήρωτος στη σκοτοδίνη

τής πλατείας Κολιάτσου

άπελπις τότε

και με κλάιματα πολλά

αλλά και παρεκάλια

έτρεξα στο ψιλικατζίδικο

του κυρ-Μήτσου –απλή συνωνυμία–

ένα τετράδιο με γραμμές είπα

ρουφώντας τη μύξα μου

και κούρνιασα

στην υψηλή τριμμένη πολυθρόνα

δείχνοντας τα παιδικά μου παπούτσια

διότι θα πρέπει πάραυτα

να σας πληροφορήσω

–καθότι μπήκαμε με τις μπάντες

(και άλλα μουσικά σχήματα)

στην εποχή της πληροφορικής–

ότι το μαγαζάκι του κυρ-Μήτσου

έκτος από ψιλικατζίδικο

ήτουνα και στιλβωτήριον

*

Ψηλαφίζω το σχήμα του κρανίου μου

από περιέργεια

 

*

Αυτόν το δρόμο

με τις πολλές του τις στροφές και τα γιοφύρια

(ασβέστη ροζ που ξέβραζαν άκληρες οι μνήμες)

τον ξέρω –είπα– μ’ εκείνο το φεγγάρι

που έβγαινε λίγο ψηλότερα από τη νύστα

και δανείζει τα κοπάδια μου στους λύκους

με τις ετεροχρονισμένες του τις μυγδαλιές

(αν είναι χειμώνας έτσι να ’ναι) τα ξέρω –

είπα– τα κρυφά του πατήματα και τα λημέρια

–κορφούλες που ταιριάξανε

μ’ ενός ανθρώπου μπόγι– καλά τα ξέρω

που το νερό λιγώνεται και φίδι κολοβό

και που ξεδιψάει Πηγάσους και κριάρια

και πάντως όχι η νοσταλγία μου

αλλά το ψάρι        που μου έψηνε τα χείλη

*

Σ’ αγάπησα

σε μίσησα

στέκομαι σε χαζεύω

όμορφη χώρα μυστική

που με χωνεύεις

πιο βαθιά


Η σύνθεση «Ό,τι άφησα πίσω μου μια μέρα και μια νύχτα» δημιουργήθηκε ειδικά για την παρούσα έκδοση. Περιέχει κείμενα διαφόρων περιόδων γραφής, από το 1986 μέχρι σήμερα.