γιαννα μπουκοβα

 

Ο λαγός

 

Πήγαμε όλη η οικογένεια στη λαϊκή που ήταν ένα τέταρτο από το σπίτι, αλλά αποδείχτηκε ότι πουλούσαν βασικά ζώα και πολύ λίγα λαχανικά. Συνέβαινε μια Κυριακή τον μήνα. Είχε μικρά κίτρινα κοτοπουλάκια, γαλοπούλες ζωντανές και κάτι παράξενα πουλερικά με όμορφες ουρές που δεν κατάλαβα αν ήταν παράξενη ράτσα κότας ή άγρια πουλιά που τα είχαν πιάσει και τα διαθέτανε προς σφαγή. «Μα πώς είναι δυνατόν να τα σκοτώνουν οι άνθρωποι;», ρώτησα θεατρικά, αλλά δεν μου απάντησε κανείς. Ως παιδί με έφεση στη γλώσσα, είχα μια τάση προς τον θεατρινισμό, που οι γονείς μου δεν ενθάρρυναν με κανέναν τρόπο. Ώσπου φτάσαμε στον τύπο που πουλούσε τους λαγούς, και με τον αδελφό μου αρχίσαμε να χοροπηδάμε και να λέμε ότι θέλουμε, θέλουμε έναν λαγό, και ο πατέρας μας σε μία από τις απολύτως απρόβλεπτες χειρονομίες μεγαλοψυχίας που τον χαρακτήριζαν μάς αγόρασε έναν λαγό. Ήταν γκρι, μέτριος σε μέγεθος και τον κουβάλησε ο αδελφός μου.

Με τον λαγό καμία ιδιαίτερη σχέση δεν αποκτήσαμε, ζούσε στο μπαλκόνι, κουνούσε όλη την ώρα τη μύτη του και είχε τα αυτιά του τόσο μαζεμένα, που δεν τα διέκρινε κανείς πάνω στο κεφάλι του. Τον θεωρούσα χαζό. Τις λίγες φορές που τον βάλαμε μέσα στην κουζίνα, ή έμεινε απολύτως ακίνητος, ή προχωρούσε μερικά διστακτικά βήματα και έχεζε ασταμάτητα. Έπρεπε και να τον ταΐζουμε. Έτρωγε πρασινάδες, αλλά επειδή δεν γινόταν κάθε μέρα να του αγοράζουν μαρούλια, ήταν υποχρέωση δική μου και του αδελφού μου να του μαζεύομε χόρτα.

Μέχρι σήμερα δεν έχω βρει κάποια εξήγηση γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι φώναζαν τόσο πολύ. Κάθε φορά όταν έσκυβα, άνοιγε κάποιο παράθυρο και κάποιος ούρλιαζε: «Τι κάνεις εκεί, κωλόπαιδο; Σα δεν ντρέπεσαι; Γιατί κόβεις τα χόρτα;». Τα χόρτα ήταν άφθονα στη μεγάλη αυλή ανάμεσα στις πολυκατοικίες και εντελώς άχρηστα. Ποτέ δεν κατάλαβα πού ήταν το πρόβλημα. Αλλά σχεδόν κάθε φορά βρισκόταν κάποιος να φωνάξει. Μέχρι σήμερα δεν έχω βρει κάποια εξήγηση και γιατί τρόμαζα τόσο πολύ με αυτές τις φωνές. Σε τελευταία ανάλυση αυτοί ήταν στα παράθυρά τους, δεν μπορούσαν να μου κάνουν τίποτα. Παρ’ όλα αυτά το έβαζα αμέσως στα πόδια. Μερικές φορές που οι φωνές ήταν ιδιαίτερα δυνατές, δεν σταματούσα να τρέχω μέχρι που να φτάσω την πόρτα του σπιτιού μας. Το να μαζεύω χόρτα για τον λαγό μού προκαλούσε φρίκη. Προσπαθούσα να το αποφεύγω και να το αναβάλλω με κάθε τρόπο.

Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε εκείνη την ημέρα. Πιθανόν η μητέρα είχε επιστρέψει νωρίτερα από τη δουλειά και δεν είχαμε συμμαζέψει το συνήθως μπάχαλο που αφήναμε στο σπίτι μέχρι τελευταία στιγμή. Μπορεί και να ήταν μετά από εφημερία. Σίγουρα δεν είχαμε ταΐσει τον λαγό. Ο αδελφός μου βγήκε για το φαγητό του και θυμάμαι πως όταν γύρισε είπε: «Σήμερα ο λαγός θα φάει ραδίκια». Ήταν η μοναδική υστερική πράξη που έκανε ποτέ η μητέρα μου, και ιδέα δεν έχω τι την προκάλεσε. Δεν το είδα πώς συνέβη. Πρέπει να ήμουν στην κουζίνα και αυτοί στο μπαλκόνι, όταν άκουσα τον αδελφό μου να ουρλιάζει: «Τον πέταξε, τον πέταξε!». Θυμάμαι πως τρέχαμε στις σκάλες τρεις ορόφους μέχρι κάτω στην αυλή. Το επόμενο που θυμάμαι ήταν ο λαγός στο πάτωμα της κουζίνας, ενώ οι τρεις μας κλαίγαμε από πάνω του. Ήταν ξαπλωμένος στα πλάγια, τα πίσω πόδια του κουνιόντουσαν ελαφρώς σαν να έτρεχε κοιμούμενος και μετά σταμάτησαν. Δεν υπήρχε καθόλου αίμα.

Δεν ξέρω πότε πήρα αυτή τη απόφαση, αλλά ήταν συνειδητή και την πήρα σχετικά νωρίς. Αποφάσισα ότι δεν θα επιτρέψω αυτός ο κωλολαγός να μου γίνει τραύμα και δεν έγινε. Ότι αν υπήρχε ένα θύμα, ήταν η μητέρα μου. Ότι αυτό που θα με βασανίζει και δεν θα ξεχάσω θα είναι η έκφραση της απόλυτης φρίκης στο πρόσωπο της μητέρας μου όσο εγώ και ο αδελφός μου ουρλιάζαμε δίπλα της. Ουρλιάζαμε στην ανάμνησή μου ανεξήγητο γιατί χοροπηδώντας, σαν από χαρά.

Θυμάμαι και τη βραδιά αυτής της μέρας. Ο λαγός ήταν στο μπαλκόνι, τυλιγμένος σε μια εφημερίδα. Ο πατέρας, όταν επέστρεψε, και η μητέρα μίλησαν για ένα διάστημα στην κουζίνα. Δεν ακουγόταν τίποτα. Δεν μπορώ να φανταστώ τι έλεγαν. Δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορείς να πεις σε μια γυναίκα, αν κάτι την έχει φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Μετά καθόμασταν όλοι στο μικρό σαλόνι. Ένιωθα μια γλυκιά ανακούφιση, που σημαίνει ότι πρέπει να είχα κλάψει πολύ. Δεν ξέρω γιατί στην ανάμνησή μου το φως είναι σβησμένο και καθόμασταν στο σκοτάδι. Ήταν ζεστή βραδιά, το παράθυρο ήταν ανοιχτό, δεν περνούσαν αυτοκίνητα και στην απέναντι πολυκατοικία ο Λεονάρδο έπαιζε πιάνο.

Ο Λεονάρδο ήταν ένα παχουλό παιδί, αναγκασμένο να παίζει πιάνο με τις ώρες. Το όνομά του μας φαινόταν εξωπραγματικό, και με τον αδελφό μου του φτιάχναμε διάφορες παραλλαγές. «Μα πώς έγινε και τον ονόμασαν Λεονάρδο;», είχα ρωτήσει μια φορά τον πατέρα μου. «Η μητέρα του διάβαζε πολλά μυθιστορήματα», μου είχε απαντήσει και μου φάνηκε πολύ πειστική εξήγηση. Και μέχρι σήμερα, παρεμπιπτόντως. Το διαμέρισμά του ήταν ακριβώς απέναντι, στο ύψος του δικού μας, και με τον αδελφό μας συχνά βγαίναμε στο παράθυρο και φωνάζαμε με όλη μας τη δύναμη, κουνώντας τις παλάμες μας σαν αυτιά πάνω στα κεφάλια μας: «Πα-παρί-μπα-ντάπ, Ντα Βίντσι!». Το θεωρούσαμε αυτό εξαιρετικά αστείο.

Εκείνη τη βραδιά το παράθυρο ήταν ανοιχτό, ήταν ζεστά και ο δρόμος ήσυχος, ο Λεονάρδο έπαιζε και έπαιζε το πιάνο του, έκανε λάθη, σταματούσε και άρχιζε από την αρχή, και ο μπαμπάς είπε: «Μήπως να του πετάξουμε τον λαγό;». Και όλοι γελάσαμε.

Advertisements