γιαννης ισιδωρου / γιαννης γρηγοριαδης

Είναι δυνατή η επιστροφή;

1.

Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ερώτησης και απάντησης παρατείνεται.

2.

Όταν αναφερόμαστε στην επιστροφή, εννοούμε τόσο μία συγκεκριμένη γνωστική διαδικασία, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της μνήμης, τις αναμνήσεις και τις ανανοηματοδοτήσεις τους στο παρόν. Την επιρροή τους. Οι αναμνήσεις, η μνήμη του χωροχρόνου, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της επίγνωσης του εαυτού μας, ο πυρήνας της προσωπικής μας ιστορίας. Η μνήμη και η σχέση μας με αυτήν αποτελεί βασικό συστατικό της ταυτότητάς μας. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, η αντίληψη του παρελθόντος μαζί με τις μελλοντικές προβολές του μπορεί να αποδειχθεί τόσο τρομακτικά διαστρεβλωμένη και τραυματική, ώστε να αφαιρέσει τον έλεγχο της ίδιας της ζωής, να μετατρέψει το υποκείμενο σε πράγμα, σε εμπόδιο του ίδιου τού εαυτού. Να ακυρώσει τη δυνατότητα της εμπειρίας και να την υποβιβάσει σε αυτοματοποίηση, σε σπασμό.

3.

Ο άνθρωπος-δημιουργός είναι ένας κατ’ εξοχήν ιθαγενής της μνήμης και ταυτόχρονα χρήστης της. Φανερώνεται θεωρώντας τη μνήμη ως την αναστοχαστική διαδικασία, τον τρόπο να σκέφτεσαι ξανά και ξανά. Διαχειρίζεται και παραδίδει τρόπους ερμηνείας και αναδιατύπωσης του χώρου και του χρόνου, διαιωνίζοντας έτσι το παρόν.

Το μνημονικό δίκτυο είναι η καταγωγή, το καταφύγιο και ταυτόχρονα ο ορίζοντάς μας (αυτά που στοχαζόμαστε εμείς για τον εαυτό μας, όσα στοχάζονται οι άλλοι σε σχέση με εμάς). Οι ιστορίες που αφηγούμαστε αναφέρονται στον τόπο του προορισμού μας. Μιλάμε εδώ για την πατρίδα ως τον τόπο του προορισμού μας, τον τόπο που μπορεί να μας υποδεχτεί. Τη δύση μας. Το πέρασμα προς τη δύση. Η δύση είναι μια υπόσχεση.

4.

Η μνήμη είναι μια υποδοχή. Κάθε αφήγηση θρηνεί μιαν απώλεια.

5.

Η ιδέα μιας σταθερά διακριτής ταυτότητας, η οποία είναι δομημένη γύρω από τις έννοιες που ανέδειξαν η διαλεκτική του σύγχρονου εθνοκρατικού καπιταλισμού, η γλώσσα, οι κοινές παραδόσεις, μια εθνική κοινότητα, μια εθνική οικονομία και ένα γεωγραφικό περιβάλλον-σύνορο-νόμος, απαιτεί συνεχή επαναπροσδιορισμό καθώς καταρρέει. Οι ταχύτατες εξελίξεις, που θεωρούνται απειλές, καθιστούν εύθραυστη την ιδεολογία του έθνους-κράτους και αμφισβητούν το φαντασιακό μιας πολιτισμικής καθαρότητας. Αυτές οι ταυτότητες, εθνικές, ταξικές, θρησκευτικές, επιθυμητικές, γίνονται όλο και πιο αποσπασματικές, καθώς σε κάθε πλεόνασμα ελευθερίας και επινοητικότητας που προκύπτει αντιστοιχεί ένα πλεόνασμα αβεβαιότητας.

6.

Η επιστροφή προσβλέπει σε μιαν αδύνατη διαδρομή.

Είναι, λοιπόν, δυνατή η επιστροφή;

Η επιστροφή δεν μπορεί να συμβεί δίχως τον ορισμό του τόπου από όπου απομακρυνθήκαμε.

Απομακρύνομαι από πού; / Πότε είμαι στο σπίτι μου; / Είμαστε για πάντα ξένοι;

Ο Οδυσσέας, ο ήρωας του νόστου, κοσμοπολίτης, ένας μπουρζουάς σε αναζήτηση της ταυτότητάς του, επιστρέφει έπειτα από μια αισχρή, όπως και να το κάνεις, κατάκτηση. «Όταν ο Οδυσσέας έμενε στης Καλυψώς, έπρεπε να παραμείνει διπλά άγρυπνος. Έπρεπε να επαγρυπνά όχι μόνο για να φυλάξει την Ιθάκη στην καρδιά του αλλά και να μη χάσει το όραμα των περιπλανήσεών του». (Cassin Barbara, H Νοσταλγία, Πότε λοιπόν είναι κανείς σπίτι του; μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλου, Μελάνι, 2015, σ. 64)

7.

Φυγή, εξορία, ξεριζωμός, περιπλάνηση. Η μνήμη η πατρίδα.

8.

Η προβολή της ταυτότητας του τόπου σφραγίζει ταυτόχρονα και την απουσία αυτής της ταυτότητας. (Είναι σαν το κινηματογραφικό στιγμιότυπο που προβάλλει πράγματα για πάντα χαμένα, ανθρώπους από καιρό νεκρούς.) Το βλέμμα επιστρέφει για να συναντηθεί με κάτι εντελώς άλλο από αυτό που άφησε εκεί.

Η αναγνώριση δεν επιτυγχάνεται παρά μόνον ως φαντασιακός αυτοματισμός.

Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τα ίχνη.

Το τρίτο είδος, αναφέρει ο Πλάτωνας, είναι η αιώνια χώρα (χώρος) που δεν φθείρεται αλλά παρέχει διαμονή σε όσα γεννιούνται, και γίνεται αντιληπτό με ένα είδος νόθου συλλογισμού, χωρίς τη βοήθεια των αισθήσεων, αλλά μόνο με την πίστη.

9.

Η επιστροφή είναι μια αδυνατότητα. Υπό το βάρος των συσσωρεύσεων, οι αναμνηστικές εντυπώσεις αλλεπάλληλα διαψεύδονται (τουλάχιστον δεν επιβεβαιώνονται), και ενώ επιχειρώ να κατανοήσω, ο γνώριμος τόπος καταρρέει. Αναδιπλώνομαι, συμβιβάζομαι με το ανοίκειο και συνεχίζω, χτίζοντας πάνω σε ερείπια την εμπιστοσύνη μου προς τον νέο τόπο που είναι ξένος. Ίσως και να χαθώ εκεί, να πάψω να υπάρχω σε ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών, σε μια βαθιά ανάσα ή σε ένα φτάρνισμα.

Ο δρόμος προς μια επανοικειοποίηση είναι θορυβώδης και βρόμικος.

Είναι πολύ συχνά θλιβερά σκοτεινός, αλλά πάντα συναρπαστικός. Σωροί εντυπώσεων δημιουργούν αντιπερισπασμούς, εμπόδια και στενωπούς, ή τον καθιστούν απροσπέλαστο.

10.

Βρισκόμαστε εμπρός στο καλοκαίρι του 2016. Ζούμε την κλιμάκωση του πόλεμου, που τα οικονομικά επίκαιρα, οι «διεθνείς» οργανισμοί και οι στατιστικές επιχειρούν να καμουφλάρουν. Η πραγματικότητα, φυσικά, θα επιμείνει.

11.

H ιδέα της πατρίδας, ως είδος γνώσης, κατασκευασμένο στα όρια μιας προγραμματικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας, είναι το περιθωριακό, το «ψευδές», το θολό, το ανολοκλήρωτο, αλλά ίσως το πιο ακριβές για να μας επιτρέψει να την κατοικήσουμε. Μια μακροπρόθεσμη σύλληψη, η τολμηρή σύνοψη που διαφεύγει του αδιάκοπου γίγνεσθαι του χρόνου, μια ιδιοσυγκρασιακή μνήμη, είναι η πατρίδα. Για όσους μπορούν να στοχάζονται ακόμη, και φυσικά να ονειροπολούν, δεν υπάρχει «ένας κόσμος που χάνεται» και αφήνει πίσω του τη γλυκερή μυρωδιά του πτώματος, «ένας κόσμος» αναμνήσεων που παράγουν τα τεχνολογικά μαραφέτια, και της νοσταλγίας που γίνεται αγανάκτηση, αλλά η χώρα που τα πράγματα συμβαίνουν ταυτόχρονα, το παρελθόν δεν είναι σουβενίρ, το πραγματικό, το τετελεσμένο δεν δημιουργεί ένα σιδερένιο τείχος που διαρρηγνύουν εδώ κι εκεί οι ψυχαναλυτικές «σχολές», η μικροψυχία της «αμφισβήτησης», η ακαδημαϊκή υποκρισία και οι επικυρώσεις της, αλλά αντίθετα ένα θεμέλιο που πάνω του συγκροτείται ο κόσμος από το αθέατο, το φανταστικό και το παιγνιώδες. Πατρίδα μου είναι η ασκιαγράφητη νεότητα. Πατρίδα που ούτε αποφασίζεται ούτε κερδίζεται, και ανήκει σε όλους όσους έζησαν και σε όσους θα ζήσουν.

====////====////====////====


Και οι δυο μας γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στη Νίκαια.
1

Το διαπιστώσαμε λίγο μετά το τέλος της πρώτης μας συνεργασίας, που ξεκίνησε το 2007, στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής ομάδας intothepill. Ο ένας γεννήθηκε στο ιστορικό κέντρο του Δήμου, στην Κοκκινιά, ενώ ο άλλος στη Νεάπολη, το νεώτερο κομμάτι της, που η ανοικοδόμησή του ξεκίνησε το 1950 και κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1980. Η έντονη ενασχόλησή μας με το αστικό φαινόμενο και την ιστορικότητά του, αλλά ταυτόχρονα και το εξαιρετικά πολύπλοκο κοινωνικοπολιτικό σκηνικό που αναπτύχθηκε γύρω μας, στα οκτώ χρόνια της συνεργασίας, διεύρυναν το ενδιαφέρον μας πέραν του μητροπολιτικού κέντρου.

Ταυτόχρονα οι αναφορές, στις μεταξύ μας συζητήσεις, στις ιδιαίτερες πολιτισμικές ποιότητες των δυτικών προαστίων, οι συχνές, και πολλές φορές διασκεδαστικές, διαπιστώσεις της κοινής χρήσης ενός συγκεκριμένου γλωσσικού ιδιώματος, μας οδήγησαν στην ιδέα για μια εργασία σε σχέση με το αναμνησιακό πεδίο της γενέτειρας, με βασικό ερώτημα το εφικτό/ανέφικτο της επιστροφής.

Τον Μάιο του 2015 παρουσιάσαμε στο Platform Project της αθηναϊκής φουάρ την εγκατάσταση «851 Αθήνα – Νίκαια», όπου ασχοληθήκαμε με τον άξονα της Πέτρου Ράλλη, της κεντρικής οδού που ενώνει τη συνοικία με την πρωτεύουσα, ως μια ζώνη μετάβασης/κάθαρσης αλλά και ως μια επανεκκίνηση της αντίληψης μέσω της κίνησης, η οποία εστιάζει στον νεκρό χρόνο αυτής της μετάβασης: τον χρόνο, δηλαδή, που αναδεύει την υποκειμενική μνήμη, προσπαθώντας να την αντιστοιχήσει με τον πραγματικό τόπο. Προσωπικά αρχεία που μας ενώνουν με τον προορισμό, παράδοξα και τυχαία ενθύμια, καταγραφές και ταξινομήσεις του σύνθετου ανθρώπινου τοπίου αποτέλεσαν μερικά από τα υλικά της εγκατάστασης.

Αυτό το βιβλίο έρχεται να ολοκληρώσει το εγχείρημα που ξεκίνησε στις 16 Δεκεμβρίου 2015, όταν επιστρέφοντας κυριολεκτικά στη Νίκαια προσκαλέσαμε εικαστικούς καλλιτέχνες και συγγραφείς, να συμμετάσχουν σε μια ποιητική διερώτηση για την α/δυνατότητα της επιστροφής, τη μνήμη, την πατρίδα και την απώλεια, η οποία οδήγησε στην δημιουργία μιας έκθεσης και ενός βιβλίου. Στην έκθεση συμμετείχαν 24 καλλιτέχνες, οι οποίοι με τους προσωπικούς τους εικαστικούς μηχανισμούς, μέσα από συγκριτικές παραθέσεις της εμπειρίας στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον, διερεύνησαν συσσωρευμένες πεποιθήσεις, βιώματα και μνήμες, και αποκάλυψαν εκδοχές επιστροφής, φυσικής ή νοητικής. Η έκθεση πραγματοποιήθηκε από τις 16 Μαρτίου έως και τις 4 Απριλίου στη Νίκαια, στον πολιτιστικό πολυχώρο «Μάνος Λοΐζος» (πρώην Μηχανική Καλλιέργεια), ένα ιστορικό βιομηχανικό κτήριο, εμβληματικό της περιοχής που περικλείει στο κέλυφός του αιωνόβια ιστορία.

Αναλυτικές πληροφορίες για την έκθεση και τα έργα που παρουσιάστηκαν εκεί υπάρχουν στην ηλεκτρονική διεύθυνση nicesdv.wordpress.com. Στον παρόντα τόμο οι ίδιοι καλλιτέχνες παραδίδουν ένα σώμα εικόνων, ένα νέο έργο, για τα ζητήματα που μας απασχόλησαν. Ταυτόχρονα παρουσιάζεται ανθολογία κειμένων από 16 συγγραφείς.

1. Η Κοκκινιά ιδρύθηκε το 1924 για να υποδεχτεί το κύμα των προσφύγων που δημιούργησαν οικονομικά συμφέροντα, ανακατεμένα με μεγάλες ιδέες και ευμετάβλητες συνθήκες. Η ειδική συμφωνία για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έγινε τον Γενάρη του 1923. Είναι η πρώτη πόλη της νεώτερης Ελλάδας που συγκροτείται αποκλειστικά για την υποδοχή των προσφύγων της Μικράς Ασίας. Η περιοχή άρχισε να κατοικείται το 1924, όταν χτίζονται και τα πρώτα οικοδομικά τετράγωνα. Σε έναν μόλις χρόνο στεγάζονται κακήν-κακώς 50.000 άνθρωποι. Το δίκτυο του νερού «ΟΥΛΕΝ» ολοκληρώνεται το 1936, ενώ η συστηματική ηλεκτροδότηση της περιοχής έγινε μεταπολεμικά από την εταιρεία «Πάουερ».

Για τα επόμενα χρόνια, η Κοκκινιά παραμένει μια χαρακτηριστική πόλη προσφύγων. Μαστόρων, εργατών και εργατριών, εμπόρων, μικροπωλητών. Η μείξη του ταξικού χαρακτήρα της ευρύτερης περιοχής με το κοσμοπολίτικο στοιχείο και την γνώση που φέρνουν οι πρόσφυγες αστοί της Μικράς Ασίας χαρακτηρίζουν την πόλη και εκφράζονται στον πλούτο της πολιτιστικής παραγωγής της ευρύτερης περιοχής (Καμίνια, Ταμπούρια, Δραπετσώνα, Κερατσίνι) που επηρέασε βαθιά και διατρέχει έως σήμερα τη σύγχρονη λαϊκή τέχνη.

Στον Μεγάλο Πόλεμο που ακολουθεί, η πρώτη γενιά των προσφύγων καλείται να πάρει μέρος.

Η Κοκκινιά με ισχυρούς πυρήνες αντίστασης δέχεται τα χτυπήματα των Γερμανών, των Ελλήνων και των Ιταλών συνεργατών τους. Ο κοσμοπολιτικός και ταξικός χαρακτήρας μεταστρέφεται σε εθνοπατριωτικό. Ο τόπος αναπόφευκτα γεμίζει υπερασπιστές, πατριώτες, δωσίλογους, ήρωες, δειλούς, εθνοπροδότες, υποστηρικτές της «νέας τάξης», αίμα, θυσίες, κτλ. Σε αυτό το πλαίσιο το γεγονός που σημαδεύει την πόλη είναι αρχικά η περίφημη μάχη του Μάρτη και ακολούθως σε αντίποινα αυτής το μπλόκο της Κοκκινιάς, στις 17 Αυγούστου 1944, όταν η ελληνική χωροφυλακή, τα σώματα ασφαλείας του Πειραιά μαζί με ισχυρές δυνάμεις της γερμανικής γκεστάπο περικυκλώνουν την πόλη, εκτελούν επιτόπου περισσότερους από 80 κατοίκους και συλλαμβάνουν πάνω από 8.000 άνδρες, τους οποίους και μεταφέρουν αιχμάλωτους πρώτα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, γίνονται και εκεί εκτελέσεις, και κατόπιν 3.000 εξ αυτών στέλνονται στη Γερμανία ως ομήροι που θα εξασφάλιζαν τη γερμανική υποχώρηση και παράδοση.

Η Νίκαια, όπως μετονομάστηκε η Κοκκινιά μετά το τέλος του πολέμου, επισήμως χαρακτηρίζεται μαρτυρική πόλη. Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει ίσως τον ισχυρότερο πυρήνα δεξιών εθνικιστών στην Αθήνα και πολύ μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων αυτών των τάσεων. Ένα φαινομενικά παράδοξο γεγονός, καθόλου παράδοξο, όμως, αν σκεφτούμε πως οι γενιές που ακολούθησαν την πρώτη προσφυγική γαλουχήθηκαν με έναν λόγο μισαλλόδοξο, απολυτρωτικού χαρακτήρα, εθνοπατριωτικό. Αυτός ο λόγος κυριάρχησε έναντι του διεθνιστικού σε κάθε πολιτική προσπάθεια, μαζί με μιαν ακατάσχετη ηθικολογία, τη διαστροφή της ιστορίας και την άνευ όρων παράδοσή της σε ιδεολογικές, κομματικές εργολαβίες που για χρόνια στήνουν προτομές ηρώων και μνημεία. Πρόκειται για ιδιαίτερα υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας. Μια υποβάθμιση που καθρεφτίζει ξεκάθαρα τις κυρίαρχες προκαταλήψεις της νεώτερης Ευρώπης: την οικονομική πρόοδο, την παραγωγή, την ωφελιμιστική εκπαίδευση, την υγειονομία και τον έλεγχο, την επιβίωση και την ασφάλεια.

Μια πυκνοκατοικημένη πόλη, με δεκάδες παραρτήματα του ΟΠΑΠ και τσιμεντένια σχολεία/φυλακές, πολυώροφες πολυκατοικίες, εμπορικά κέντρα ανάμεσα στα κατοικημένα ερείπια, εγκαταλελειμμένες υποδομές, δημοτικές υπηρεσίες «πολιτισμού» που κυρίως λειτουργούν ως διανομείς και παραγωγοί ενός κερδοσκοπικού λαϊκίστικου υβριδίου.

Οι κάτοικοι της πόλης, μέσα στον συνωστισμό και στην ανία των επικαίρων, παρακολουθούν διψασμένοι το ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και τους αγώνες της φόρμουλα ένα, περιφέρονται σε καταστήματα που εμπορεύονται φτηνά υποπροϊόντα, υποαπασχολούνται, ονειρεύονται τον καιρό της αντιπαροχής, ένα εξοχικό που δεν τελειώνει ποτέ, πληρώνουν τους φόρους τους, δεν πληρώνουν, πιστεύουν πως τους ψεκάζουν αεροπλάνα με υπνωτιστικά αέρια, είναι ευχαριστημένοι από τις «δημοτικές υπηρεσίες καθαριότητας» αλλά δυσανασχετούν με τους «λαθρομετανάστες που βρομίζουν την πόλη τους», και ολοένα και συχνότερα άλλοι φορούν κομποσκοίνια στον καρπό και ανεμίζουν την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι τους, και άλλοι στηρίζουν τον «εκσυγχρονισμό» και «αναζητούν τους υπεύθυνους.

Παρ’ όλα αυτά, πάντα υπάρχει κάτι ακόμη παρ’ όλα αυτά, ο επίμονος περιπλανητής θα συναισθανθεί και θα συναντήσει και σήμερα την πολυεθνική Σμύρνη, την Πέργαμο, το Αϊβαλί ή την Έφεσο των αρχών του 20ού αιώνα, σε ιστορίες ανακατεμένες με τον Πειραιά των μαστόρων και των εργατριών, το λιμάνι, την αλητεία, τον έρωτα, την επιδεξιότητα, την ευστροφία, την εσωτερική ανυποταξία και την ενσωματωμένη περιπέτεια της ξενιτιάς και της ξενότητας. Θα ακούσει τη μουσική, θα οσφρανθεί τα φαγητά, αν σταθεί τυχερός, μπορεί και να τα γευθεί, θα δει τις κεντημένες κουρτίνες στα παράθυρα, τους μικρούς γλαστρόκηπους στις εξώπορτες και στις αυλές, που παραμένουν και επιμένουν, και μαζί την μυστική χάρη των κινήσεων στις χειρονομίες, στις λέξεις και στα βλέμματα.