κατερινα ηλιοπουλου

ΚΑΤΩΦΛΙ

Η πόρτα ανοίγει για να μάθει την καινούργια γλώσσα, κάθε φορά καινούργια, κάθε φορά παλιά, ανανεωμένη, μεταχειρισμένη. Πίσω της το σκοτεινό δωμάτιο.
Και πριν εισέλθεις το αμυδρό τρέμουλο, το μετέωρο πρώτο βήμα.

Εδώ: όχι ποιος είμαι αλλά πού είμαι; Τι είναι αυτό το εδώ;
Είμαι στο κατώφλι. Και μέσα σκοτάδι. Θα χρειαστεί να περάσω στα τυφλά, να κουρδίσω την όρασή μου σε άλλη λειτουργία.

Κάτι έρχεται σ’ εμένα ή πάω εγώ σ’ αυτό; Και τρέμοντας πάντα. Φοβάμαι να μπω μέσα σ’ αυτόν τον άλλο χρόνο, δεν ξέρω τι ν’ αφήσω πίσω από μένα και τι να πάρω μαζί μου.
Το πέρασμα είναι διάρρηξη. Τι οφείλει να σπάσει;

Εκεί: χωρίς οικειότητα, χωρίς αναγνώριση. Γι’ αυτήν την κίνηση πρέπει να καταπιώ τον εαυτό μου, να ξεχαστώ μέσα στην ταυτοχρονία.
Να κερδίσω λίγο χρόνο πριν ακόμα δω τι υπάρχει πίσω από την πόρτα. Μόλις τώρα αποφάσισα να ανοίξω τα μάτια μου πάνω σε αυτό το αφανές. Το δωμάτιο δεν μου προσφέρει στέγη. Είναι ουσιαστικά αφιλόξενο. Για να κατοικηθεί πρέπει ο αφηγητής να μεριμνήσει μόνος του για την είσοδο στην ιστορία.

Εδώ: περιέχομαι σε κάτι που δεν είμαι εγώ ο ίδιος. Περιέχομαι στον χώρο και στον χρόνο. Eίναι αβάσταχτο να μην περιέχομαι στον χώρο και στον χρόνο. Είμαι εγώ υπεύθυνος να βρω τη θέση μου στον οίκο;

Γι’ αυτό το ταξίδι καλώ έναν σύντροφο:

Έστω λοιπόν μακρινός συγγενής με Αλτσχάιμερ, νεκρός από δεκαετίας, κεφάλι λευκό με πλούσια ατίθαση κόμη, ετών ογδόντα κάτι, εμφανίζεται πίσω από τον μαντρότοιχο, κοιτάζει μέσα μ’ ένα δειλό χαμόγελο, δεν με αναγνωρίζει αλλά ντρέπεται να ρωτήσει ποια είσαι, ίσως θέλει να ρωτήσει ποιος είμαι; Συνηθίζεται άλλωστε εδώ οι άνθρωποι να σου βάζουν αυτήν την ερώτηση «ποιος είμαι εγώ;», σε ρωτούν μόλις σε βλέπουν, σαν δοκιμασία μνήμης. Ο αδελφός του νεκρός, ο ανιψιός του νεκρός, εμείς δεν είμαστε παιδιά.
Μένει εκεί λοιπόν πίσω από τη μάντρα, λέει ευγενικά καλησπέρα διστάζοντας, κάθε μέρα ξεκινάει τη γνωριμία από την αρχή, τον χρόνο από την αρχή του χρόνου.

Πρώτος έρωτας, ύπαιθρος, 1932.
Έρωτας στην άδεια χώρα.
Περιγραφή χώρας από Αγγλίδα συγγραφέα, Μάιος 1932, Γουλφ Βιρτζίνια:

Αυτή λοιπόν είναι μια χώρα τόσο παλιά σα να περιφέρεσαι σε σεληνιακά τοπία. Η ζωή υποχωρεί. Οι ζωντανοί, αυτοί οι εξαντλημένοι, αιώνια οδοιπόροι, δεν μπορούν να την δαμάσουν. Είναι πολύ γυμνή, πολύ πετρώδης, πολύ κακοτράχαλη. Τους συναντήσαμε πάντα ψηλά στα διάσελα, να προχωράνε με βήμα βαρύ, δίπλα στα γαϊδούρια τους. Μικροκαμωμένοι, βγάζοντάς τα πέρα με τόση δυσκολία βαδίζοντας πάντα σε αναζήτηση κάποιου βοτάνου, κάποιας ρίζας υποταγμένοι στις μεγάλες αποστάσεις ανίκανοι για οτιδήποτε πέρα από το να προσπαθούν να κρατηθούν από τα βράχια. Η μοναξιά που πρέπει να έχουνε γνωρίσει με τον ήλιο με το χιόνι το πόσο βασίζονται στις δικές τους και μόνο δυνάμεις για να ντυθούν και να τραφούν αυτές τις εξαίσιες καλοκαιρινές μέρες… Οι αιώνες δεν άφησαν σημάδια Δεν υπάρχει 18ος. 16ος, 15ος, η μια επίστρωση πάνω στην άλλη… – τίποτα ανάμεσα σε αυτούς και το 300 π.Χ. Το 300 π.Χ. την κατέκτησε κι ακόμα την κρατά. Γι’ αυτό είναι μια χώρα του φεγγαριού· θέλω να πω φωτίζεται από έναν νεκρό ήλιο. Ανακαλύπτεις έναν όρμο κι είναι έρημος. Το ίδιο και οι λόφοι, κι οι κοιλάδες. Ούτε ένα σπίτι, ούτε ένα καφενείο, ούτε ένας σταύλος· ούτε τηλεγραφόξυλα, ούτε εκκλησίες, σχεδόν ούτε νεκροταφεία.

Βουνά και ελαιώνες χωρίς ψυχή
Όμως να που στην ερημιά βρίσκει
εκείνη
κι αρχίζει ο χρόνος
ο κρυφός πόνος, το ξεβόλεμα
το στρίψιμο των νεύρων
η αρρώστια και η θεραπεία
ο μεγάλος δισταγμός και η μεγάλη κατάφαση
στην άδεια χώρα
η οσμή της φλόγας
η γεύση του αίματος στα χείλη
το μυστικό του μέσα στο σκοτάδι
λυσιμελής
με τη φωνή του ν’ αντιλαλεί σε ξέφρενο τραγούδι
η καρδιά του χτυπάει σαν ένα ρολόι που μόλις ξεκίνησε
από παντού διάτρητος
τον ξετρυπώνει
το γέλιο της
το αναπνέει
έκθετος με κάθε σχισμή του πεινασμένος
ανοίγει το στόμα του στην εξοχή και τραγουδάει μόνος

Με τη φωνή βγαίνει έξω από τον εαυτό του και όπως τώρα πίσω από τη μάντρα γυρνάει να τον δει και βλέπει πράγματι τον εαυτό του να τραγουδάει βλέπει το ανοιχτό του στόμα την είσοδο και την έξοδο της ανάσας του. Αγκαλιάζει το βελούδινο κεφάλι του μουλαριού κι αυτό τραβιέται ανυπόμονο και χρεμετίζει, παρατηρεί από κοντά το ανατρίχιασμα στη σάρκα του. Ό,τι αγκαλιάζει είναι αυτή και το γέλιο της. Το μυστικό του. Γλείφοντας τα χείλη του, γεύεται την ίδια του τη γεύση. Μια γέννηση. Έτσι και τώρα πίσω από τη μάντρα, διστακτικός, μην ξέροντας πού, ποιος, ξένος και οικείος, έρχεται μαζί μου.

Βρίσκομαι εδώ και ώρα στο κατώφλι, στη συνάντηση που θα ήταν αδύνατο να συμβεί χωρίς το ποίημα. Στέκομαι στην πόρτα και ξεκινάω ένα πλεκτό, ένα εργόχειρο, πρέπει κάτι να κάνω όντας εδώ, ο χρόνος δεν περνάει χωρίς πράξη.
Ο χρόνος απλώνεται; Προστίθεται; Αραιώνει; Αν σκεφτώ τον χρόνο σαν χώρο, περιπλανιέμαι άραγε σ’ ένα τοπίο που συνεχώς διευρύνεται; Είμαι πολύπλοκη και πολυσέλιδη σαν βιβλίο; Αυτό που σαρώθηκε μπορεί άραγε να κατοικηθεί ξανά;

Δεν θέλω να μπω στο δωμάτιο του χρόνου. Εκεί μέσα υπάρχουν θέσεις, αλλά καθετί δεν βρίσκεται στη θέση του. Δεν ξέρω αν το δωμάτιο υποδηλώνει πως υπήρξε κάποτε κάτι εδώ. Ή μήπως ήταν έτσι από πάντα;
Δηλαδή περίμενε να πληρωθεί από κάτι;
Τότε θα συνταρασσόταν από την αγωνία της αναμονής. Όμως όχι.
Εδώ ησυχία χωρίς αγωνία. Εδώ το ανοιχτό-κλειστό. Σαν ούτε να υπήρξε το περιεχόμενο ούτε προσβλέπει σε μέλλον πλήρωσης. Τότε τι;

Πιθανές δράσεις:

Το δωμάτιο απλά να διασχιστεί
Η επιτέλεση του ανοίγματος
Η αρχειοθέτηση των πιθανών ευρημάτων εντός του δωματίου
Η καθαριότητα, το άδειασμα του δωματίου και η απάλειψη των ιχνών του
Η εκπαίδευση στην απώλεια
Η ατελέσφορη πράξη της θέασης

Πριν ακόμα να
Παίζω στο κατώφλι, κάθομαι πάνω σ’ ένα χαλάκι και καλώ μια γάτα φασματική από μια φωτογραφία δεκαετίες πριν.
Η γάτα και ο γέρος κάθονται τώρα μαζί μου.

Σήμερα τι όμορφα ήταν σήμερα στη μικρή στρογγυλή βυζαντινή εκκλησία του Υμηττού. Γιατί δεν μπορούμε να ζούμε για πάντα έτσι; Αναρωτήθηκα – Μια οικογένεια φροντίζει την εκκλησία – μεσόκοποι άντρες και γυναίκες, κάθονται με τα καλά τους (οι άντρες) και διαβάζουνε την εφημερίδα τους στις 3:30 το απόγευμα. Τέτοιο καθισιό, τέτοια ξενοιασιά δεν είδα ποτέ στην Αγγλία. Τέλος η πιο νέα, μια γυναίκα με σάλι, παντόφλες και φόρεμα βαμβακερό, απομακρύνεται, σκαρφαλώνει πάνω σε έναν γκρεμισμένο τοίχο κι αρχίζει να κόβει κίτρινα λουλούδια – τι άλλο να κάνει.

Πίσω από την πόρτα είναι ο ξένος που ζει μέσα μου (αυτός που μετράει) που ξέρει τις εισόδους και τις εξόδους, που κάνει τους υπολογισμούς. Κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας διαρρέει η διαφορά θερμοκρασίας κάτι ψυχρό, κάτι παλιό αλλά και από το μέλλον με κυκλώνει με την οικειότητά του, αυτό το άγνωστο που είναι δικό μου, το ανέγγιχτο σημείο που φέρω μέσα μου σαν τοκετό. Είμαι ο απεσταλμένος του χρόνου μου, το μήνυμα που δεν θα διαβάσω ποτέ είναι σε εκκρεμότητα σφραγισμένο στην καρδιά μου.
Ένα ανείπωτο που δεν ξεχνιέται. Είμαι αποτέλεσμα κάποιας εξίσωσης, είμαι άθροισμα ή απόσταγμα; Ποια είναι η διαδικασία;

Εκεί μέσα η συναίρεση των χρωμάτων, εδώ το χρωματιστό χαλάκι έξω από την πόρτα.

Να μπορούσα ν’ αγκαλιάσω τον εαυτό μου ολόκληρο! Πώς ν’ αγκαλιάσω αυτό που έρχεται σ’ εμένα. Απροσδιόριστο αλλά αναγκαίο πώς να το δεξιωθώ; Πίσω από τη μάντρα το στόμα του ανοίγει σε τραγούδι και κάτω από την πόρτα διαρρέει το άηχο και άρρητο τραγούδι της σκόνης. Ποιος μπορεί να σφραγίσει τ’ αυτιά του;

Και μετά πήγαμε στο λόφο που ο οδηγός ονομάζει Φιλοπάππο, όλο μονορούφι, αλλά ήταν περιφραγμένος και δεν μπήκαμε κι έτσι γυρίσαμε πίσω και πήγαμε στο θέατρο (του Διονύσου) με τα σκαλισμένα μαρμάρινα καθίσματα, όπου στο καθένα είναι χαραγμένο το όνομα του ιερέα που κάθεται πάντα εκεί όπως βάζουμε τις κάρτες στα θεωρεία του Κόβεντ Γκάρντεν… λέγαμε ότι εκεί πρέπει να έχουν καθίσει ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης και παρακολούθησαν – Πάντως απέναντί τους θα είχανε τα βουνά όπως εμείς. Κι αν 2.000 χρόνια έστησαν πάνω στη γη μερικά ελαφριά ψεύτικα γύψινα σπίτια η θέα δεν έχει αλλοιωθεί – τίποτα το βαρύ και στέρεο και μόνιμο δεν έχει χτιστεί. Η φτώχεια ο πόλεμος η μιζέρια εμποδίσανε τον αφανισμό…

Γράφω έξω από την πόρτα. Εκτείνω το χέρι μου να γράψω πάνω στην επιφάνεια του χαρτιού για να βρεθώ εκεί που δεν ήμουν παρούσα. Είμαι κυνηγός κι είμαι ικέτης μπροστά στην πόρτα, παραμονεύω και προσεύχομαι. Εδώ στο κατώφλι υπάρχουν δύο χρόνοι ταυτόχρονα, μέσα και έξω. Έξω Δεκέμβριος μεσημέρι 28 του μηνός, μέρα όποια, όπου/αλλά η ίδια μέρα. Διαχωρισμένη και ενωμένη αυτή η μέρα κι όλες οι άλλες μαζί. Κάτω από την ίδια στέγη σε φέρνω μαζί μου επειδή ψιθυρίσαμε κάτι που δεν ακούστηκε καλά, υπήρξαμε μαζί ξένοι, αγκαλιασμένοι, σαν απόκληροι και φυγάδες για μια στιγμή. Η ζωή είναι πολλές ζωές ενωμένες μαζί και χωρίς διακοπή τώρα δουλεύεις, σκάβεις, παρατηρείς, γεννιέμαι, σφίγγω τα χέρια, μεθάς, φωνάζεις, σκύβεις στο χώμα, απλώνω το βλέμμα στον ουρανό, τραγουδάς, τώρα γεννιέμαι, διαβάζω, σκάβεις, αρρωσταίνεις, ερωτεύομαι, μεθάς, κολυμπάω, κλαίω με ξεχνάς σε κοιτάζω στα μάτια πεθαίνεις έρχομαι κοντά σου απλώνεις το χέρι ακούω βαθιά τη φωνή σου τραγουδάς χωρίς ήχο στ’ αυτιά μου σε ψάχνω.

Κι ένιωσα σαν ένα μαχαίρι να έξυσε ένα αμβλύ όργανο που υπήρχε μέσα μου γιατί δεν μπορούσα να βρω κανένα ψεγάδι σ’ αυτή τη λυγερή αθλητική ομορφιά τη βουτηγμένη στο χρώμα χωρίς να είναι ψυχρή χωρίς ίχνος χυδαιότητας αλλά πανάρχαια από ανθρώπινη ζωή γιατί κάθε σπιθαμή γης έχει το δικό της αγριολούλουδο και οι χωρικοί είναι άνθρωποι καλοί. Και τα ρούχα τους φθαρμένα και ξεβαμμένα από τον ήλιο…

Τι υπάρχει πίσω από την πόρτα; Υπάρχει μια παλιά ντουλάπα με ξυλόγλυπτες πόρτες φαγωμένη από το σαράκι. Μέσα στην ντουλάπα κρέμεται μια μαύρη ομπρέλα και μια κόκκινη υφαντή κουβέρτα σε κουρελιασμένο νάιλον. Υπάρχουν πήλινα κενά πιθάρια. Αν σκύψεις εκεί νιώθεις τον ίλιγγο της στάθμης. Σκουριασμένα εργαλεία που έχουν χάσει από καιρό την κόψη τους, επίσης κάποια στραβά ξύλινα σκαμνάκια, πιθανόν για νάνους των παραμυθιών. Στρογγυλά χαμηλά τραπέζια. Τα πιο πολλά πράγματα είναι υποδοχείς για κάτι άλλο, τώρα κενοί ή σχεδόν κενοί. Ξύλινα μπαούλα γεμάτα με σκόνη, πριονίδι, σκοροφαγωμένα ασπρόρουχα, λιωμένες δαντέλες, θρύμματα υφαντών κι ακόμα εκατοντάδες σακούλες που κρέμονται από τα δοκάρια και δεν περιέχουν τίποτα πάρα άλλες σακούλες καλά διπλωμένες και αποθηκευμένες για ώρα ανάγκης ψίχουλα και άδεια πλαστικά δοχεία το ένα μέσα στο άλλο κι επίσης ψάθινα καλάθια με ψήγματα μυρωδικών, κι άλλες ευτελείς χάρτινες και πλαστικές συσκευασίες αποθήκευση κενού χώρου προς πιθανή μελλοντική χρήση.

Μα τι ήρθα να κάνω εδώ; Θα μπορούσα να είμαι κυνηγός θησαυρού, ακόμα και αρχειοθέτης, εδώ όμως τίποτα: κενό και σύνταξη κενού. Ο σύντροφός μου έμεινε πίσω από τη μάντρα τραγουδώντας τη στιγμή της πλήρωσής του. Κι εγώ μέσα σε αυτό το κλειστό δωμάτιο με τα κελύφη είμαι τρελή, τρέχω πάνω κάτω, πιάνοντάς τα, ανοίγοντάς τα πάλι και πάλι, δοκιμάζοντας τελετουργίες.

Είμαι παρατηρητής εδώ ή διαταράσσω μια τάξη ή τακτοποιώ ή φέρνω στο φως ή μεταφέρω ή καταστρέφω, μεταθέτω, διαστρέφω, κάποια πράγματα απλά διαλύονται με το άγγιγμα.
Το δωμάτιο δεν είναι εντελώς άδειο αλλά εντελώς γεμάτο. Είναι πολλαπλασιασμός μιας έλλειψης και ό,τι στοιχεία έχουν απομείνει ακέραια εντείνουν ακόμη περισσότερο την αποτυχία τους να περιέχουν κάτι.

Αλλά ακόμα και την προσδοκία του περιεχομένου ως παρελθόν ή ιστορία ή ταυτότητα.
Το δωμάτιο είναι κενό; Μήπως είναι απλά ανοιχτό;
Θυμός. Απογοήτευση. Χρειάζομαι πιο πολλά στοιχεία για να επιστρέψω. Να επιστρέψω πού; Στην πατρίδα;
Είναι ίσως μια νέκυια. Η νέκυια είναι το καθαρό εσωτερικό. Είναι ένα στομάχι που απορροφά τα γεγονότα. Το καθαρό σημείο συνάντησης χωρίς μορφές. Σύγκλιση μορφών.

Αυτό λοιπόν: Το δωμάτιο είναι τόπος συνάντησης. Τόσο μικρό τόσο λίγο τόσο άδειο. Είμαι πληθυντική και σας φέρνω μαζί μου. Εδώ. Γιατί σας χρειάζομαι. Τόση ώρα δεν ψηλαφώ και δεν σκοντάφτω πάνω σε κάτι που λείπει αλλά στο εσωτερικό.

Κάνω ένα βήμα προς το εσωτερικό, μέσα στο μέσα του δωματίου όπου το εξωτερικό εξαφανίζεται. Κάτω από το κέλυφος κολυμπάω σ’ ένα χώρο απρόσβλητο από την εξορία και τη μοναξιά του δέρματός μου, απροσμέτρητο και ακριβή, χωρίς σύνορα. Εδώ η ήπειρος των συμβάντων είναι απεριόριστη. Τι να σημαίνει αυτή η ανέφικτη εγγύτητα; Η γέννηση στην ήδη γεννημένη ζωή; Εσύ πάνω από τη μάντρα χωρίς να με γνωρίζεις, με κοιτάζεις, με ρωτάς ποιος είμαι; κι εγώ μπορώ να ξεκινήσω την ιστορία σου. Μπροστά σου σε σκέφτομαι, σε φαντάζομαι από πολύ μακριά, τόσο κοντά. Σε αγγίζω χωρίς οικειότητα μέσα από το χώμα. Πώς είναι να είμαστε μαζί σαν χώρα;

[το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα (Μελάνι, 2015)].
Τα ένθετα αποσπασματα από το βιβλίο Ελλάδα και Μάης Μαζί!, της Βιρτζίνια Γουλφ (μτφρ. Μαρία Τσάτσου, Κρύσταλλο, 1987)
Advertisements