φοιβη γιαννιση

 

η παρούσα στιγμή VI

και ξάφνου

όπως αιφνίδια το μάτι πιάνει

το πέταγμα ενός πουλιού

χτυπά αναπηδώντας από χαρά

η καρδιά σου

κάτι ήρθε και σε βρήκε έτσι στα ξαφνικά

το απόλυτο παρόν

αυτό που εσένα βρίσκει

χωρίς να το ζητάς

το αναπάντεχο

λίγο μετά απ’ αυτό ίσως μαζί του

η λαχτάρα

να κινηθείς να φύγεις προς τα μπρος

στο μέλλον

να ψάξεις κάτι άγνωστο

το ανεπανάληπτο να επαναληφθεί

-η νοσταλγία

το πρώτο αίσθημα που κάθε πλάσμα

κατακλύζει

αμέσως όταν βγει να γεννηθεί στον κόσμο

(από την υπό έκδοση Ραψωδία, Gutenberg 2016)

 

(Nόστος ΙII)

ελαφρότης ελαφρότης ελαφρότης

όλη η ζωή νοσταλγία ελαφρότητας

ελαφρότης του αέρα την άνοιξη

κάτω από δέντρα ένα μεσημέρι

λέξεις πετάνε ο ήλιος σκιές φως

ελαφρότης των καλοκαιρινών πρωινών

ελαφρότης στην μάχη

όταν τα μέλη του Αχιλλέα τα μέλη

των ηρώων σηκώνονται από μόνα τους

σαν ο θεός να έβαλε φτερά εκεί

όπου η δύναμη δεν χρειάζεται

εκεί

όπου υπάρχει περίσσεια δυνάμεως

η δύναμη στην βούληση δεν οφείλεται

η δύναμη φύεται αβίαστα μέσα

στο σώμα

όταν η πνοή του εαυτού είναι η πνοή

του καιρού που περιβάλλει το σώμα

το χέρι σύρεται πετά στο νερό

το φέρει η βάρκα

κι αυτήν μία άλλη δύναμη την φέρει

της μηχανής ή του αέρα αδιάφορο

ελαφρότης της μύγας ζουζούνισμα

εντόμου που ακούραστα

τριγυρνά ανεβαίνει κατεβαίνει περπατά

χωρίς βάρος σαν χάδι

ελαφρότης του αέρα την άνοιξη

ούτε κρύος ούτε ζεστός

το σώμα απλώνεται και τον δέχεται

τίποτα δεν ενοχλεί

μόνο χαρά από το άγγιγμά του από το

ανενδοίαστο αγκάλιασμά του

αγκάλιασμα χωρίς πρόθεση χωρίς σκοπό

νοσταλγία ελαφρότητας νοσταλγία

Παραδείσου

ο Παράδεισος λέμε πως είναι

τότε που

όλες οι εποχές ήταν άνοιξη

ο αέρας είχε την θερμοκρασία εκείνη

δεν υπήρχε βαρύτης

δεν χρειάζεται να πετάς

αρκεί να νομίζεις

πως είσαι έξω

σα να είσαι μέσα

πως το σώμα κινείται από μόνο του

δεν υφίσταται κόπο

είναι χαλαρό

τεντωμένο μακρύ

είναι όρθιο ξαπλωτό

τα μάτια κοιτάζουν και βλέπουν

έχουν χαρά με αυτό που βλέπουν

ακούν αυτό που βλέπουν

μυρίζουν τον αέρα

ο αέρας αγκαλιάζει

μυρίζει χόρτο θάλασσα

ηχούν τζιτζίκια

καμιά φορά ο αέρας μπορεί να είναι λίγο ζεστός

κι επειδή είναι ζεστός μπορεί να είναι

λίγο πυκνός δηλαδή λίγο ελαφρύς

η ψυχή τανιέται

δεν θυμάται

είναι μέσα στον εαυτό της μέσα στο σώμα της

πάω να περπατήσω και πετώ

είμαι πουλί χωρίς να πετώ

η ανηφόρα είναι κατηφόρα

το αυτοκίνητο τρέχει

από τα παράθυρα μπαίνει το έξω

στρέφω το βλέμμα μου και βλέπω

δύο σπουργίτια

στρέφω το βλέμμα μου ξανά

τα σπουργίτια έχουν πετάξει

δεν γνωρίζω πως υπάρχουν όλα αυτά

τα πουλιά στον ουρανό

το γνωρίζω χωρίς να τα βλέπω

όταν τα δω

δεν είναι πια εκεί

ήμουν κι εγώ εκεί

θέλω να ξαναβρεθώ εκεί

μία πνοή για ένα μικρό δώρο

ένα μικρό τώρα που δεν διαρκεί

θα μείνει θα φύγει θα ξεχαστεί

(από τα Ομηρικά, Κέδρος, 2009)

 

Advertisements