ρικα μπενβενιστε

Επιστροφή στη Σαλονίκη i

Oι συμπληγάδες της ευπώλητης νοσταλγίας και της πολιτικής ρητορείας συχνά εξωραΐζουν τον βίαια χαμένο κόσμο των Εβραίων στην προπολεμική Θεσσαλονίκη και αποκρύπτουν τη σκληρή πραγματικότητα της επιστροφής των επιζώντων από τα στρατόπεδα του θανάτου στη γενέθλια πόλη.

Η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται στις 30 Οκτωβρίου του 1944. Νωρίς το απόγευμα μπήκαν στην πόλη αντάρτες, δυο-τρεις μέρες αργότερα αποβιβάστηκαν οι Άγγλοι. Εβραίοι περπατούν ξανά στην πόλη τους. Πρώτοι οι λιγοστοί που κρύβονταν μέσα στην πόλη, θα ακολούθησαν κάποιοι αντάρτες, εκείνοι που είχαν βρει καταφύγιο στα βουνά, σε χωριά, στην Αθήνα∙ 70-80 άνθρωποι όλοι κι όλοι. Όταν ο πρώτος επιζών του Άουσβιτς φτάνει στη Θεσσαλονίκη, τον Μάρτη του 1945, τα κακά μαντάτα κάνουν γρήγορα τον γύρο της πόλης: «Οι Γερμανοί έκαψαν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης στα κρεματόρια». Στο τέλος της άνοιξης φθάνουν στην πόλη επιζώντες των στρατοπέδων. Τους περιβάλλει μια ανησυχητική ξενότητα. Αποξενωμένοι και ολομόναχοι, καθώς η μοίρα τους μοιάζει να μην αφορά όσους στέκουν γύρω τους. Αποκομμένοι από τις βεβαιότητες του παρελθόντος, από όσα πίστευαν, εξόριστοι από την ιστορία της ίδιας τους της ζωής. Ο εφιάλτης επιβεβαιώνεται: ποιος μπορεί να πιστέψει αυτά που έζησαν; πείνα, κρύο, πόνος, φόβος, εξάντληση, απελπισία, θάνατος ολόγυρα, παντού. Κανείς απ’ όσους δεν τα έζησαν και δεν τα είδαν δεν θέλει να ακούσει. Σε ποιον να μιλήσουν; Ακόμη χειρότερα: Μια βάναυση, διεστραμμένη καχυποψία βαραίνει επάνω τους. Όποιος δεν γνώρισε τα στρατόπεδα είναι πρόθυμος να πιστέψει πως μόνο εγκληματίες επέζησαν, ή εκείνοι που εκεί μέσα έγιναν εγκληματίες, ή ακόμη ότι τα στρατόπεδα δεν ήταν τάχα και τόσο φοβερή υπόθεση, απόδειξη οι ίδιοι οι επιζώντες, αφού επέστρεψαν… Μερικές φορές η καχυποψία δεν λείπει ούτε από τις σχέσεις με τους δικούς τους, καθώς μια διαβάθμιση βασάνων, μια ιεραρχία πόνου έρχεται να δηλητηριάσει την επιθυμία για «κανονική ζωή». Μα τι θα πει «κανονική ζωή»; Θυμός, πόνος, μοναξιά, ευθύνες, άδικες ενοχές, ελπίδα είναι συναισθήματα που διαδέχονται ατέρμονα το ένα τ’ άλλο.

Την άνοιξη του 1945, μια «παλίρροια από νομάδες», εκατομμύρια πρώην κρατούμενοι, έβγαιναν από φυλακές, στρατόπεδα, εργοστάσια και κρησφύγετα και έπαιρναν τους δρόμους και τα τρένα της επιστροφής. Πολλές φορές οι περιπλανήσεις τους κρατούσαν μήνες, οι διαδρομές τους είχαν να κάνουν και με τυχαίες συναντήσεις. Ο καθένας κουβαλούσε τη δική του ιστορία βασάνων, τη δική του περιπέτεια επιβίωσης. Τι να σκέφτονταν άραγε τότε; Από το Σιδηρόκαστρο στη Θεσσαλονίκη, πρώτη στάση στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά». Κάποιοι έχουν κάποιον να τους περιμένει, άλλοι βρίσκουν στήριγμα στον παλιό γείτονα, για τους πολλούς μοναδική παρηγοριά η κοινότητα που ανασυγκροτείται. Ο τελευταίος επιζών επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 1945.

Κάποιοι προτίμησαν να μην επιστρέψουν και παρέμειναν στη Γερμανία, περιμένοντας την πολυπόθητη βίζα για τις ΗΠΑ, ή τη δυνατότητα να μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη. Σαν να ζουν σε μια «αίθουσα αναμονής», άνδρες και γυναίκες αρχίζουν καινούργιες ζωές, παντρεύονται και κάνουν παιδιά. Για πολλούς, άλλωστε, η επιστροφή στην Ελλάδα αποδεικνύεται ενδιάμεση στάση πριν από τη μετανάστευση, όταν ανακαλύπτουν ότι ο τόπος από τον οποίο διώχθηκαν δεν είναι πια δικός τους, ότι εδώ δεν υπάρχουν πια ούτε συγγενείς, ούτε σπίτι, ούτε περιουσία. Πουθενά η ζωή δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα για τους πρόσφυγες: Στην Παλαιστίνη οι μετανάστες που είχαν έρθει πριν από τον πόλεμο αντιμετωπίζουν τους νεοαφιχθέντες επιζώντες των στρατοπέδων άλλοτε σαν χαμένους συγγενείς και άλλοτε ως συνυπεύθυνους για τον χαμό των δικών τους. Εκεί οι υλικές συνθήκες διαβίωσης περιορίζονται σε ένα σιδερένιο κρεβάτι, ένα στρώμα, στέγη μαζί με άλλους, και λίγα χρήματα για τον πρώτο καιρό. Αλλά και πέρα από τον Ατλαντικό, η πραγματοποίηση του αμερικανικού ονείρου περνάει μέσα από τις ανήλιες ατραπούς της φτώχειας και της συνειδητοποίησης ότι μια πόλη μεταναστών είναι η πόλη όπου οι ντόπιοι έχουν τον τρόπο τους να κρατούν τους μετανάστες σε απόσταση, να κρατούν μακριά τούς πρόσφυγες που, όπως έγραφε η Χάννα Άρεντ, έχασαν τη γλώσσα τους, τη φυσικότητα στις αντιδράσεις τους, την απλότητα στις χειρονομίες, την έκφραση των συναισθημάτων τους. Στην Ελλάδα, τη χαρά της Απελευθέρωσης έρχεται γρήγορα να σκιάσει ένας σκληρός εμφύλιος πόλεμος. Για ορισμένους Εβραίους αυτό σήμαινε συνέχιση των διώξεων. Για όλους τους Εβραίους αυτό σήμαινε ότι θα έβλεπαν συνεργάτες των Γερμανών να εξαγοράζουν με περισσή εθνικοφροσύνη την ατιμωρησία τους.

Για τους περισσότερους Έλληνες, Εβραίους και μη, τα μεταπολεμικά χρόνια ήταν χρόνια μεγάλης ανέχειας και έλλειψης στέγης. Πολλοί Εβραίοι που επιστρέφουν δεν μπορούν να μπουν στα σπίτια τους, είτε γιατί είχαν βρει στέγη σε αυτά κάποιοι άλλοι δυστυχείς, πρόσφυγες, είτε επειδή είχαν γίνει λεία δωσίλογων. Οικογένειες μοιράζονται μια στέγη, μια αυλή. Η κατάργηση των νόμων που εκδόθηκαν στον πόλεμο έπρεπε να σημάνει την άμεση αποκατάσταση των περιουσιών τους· στην πραγματικότητα απαιτούνταν μακρόχρονη διαδικασία, στην οποία συνέβαλε η απρόθυμη στάση των δημοτικών, των δικαστικών, των πολιτικών, εντέλει, αρχών. Ακόμη χειρότερα: με μια συνηθισμένη διαστροφή της λογικής, η διεκδίκηση της αποκατάστασης των περιουσιών μετατρέπεται σε δηλητήριο στα στόματα των αντισημιτών, σχετικά με την υποτιθέμενη εβραϊκή φιλαργυρία, συντηρώντας την εντύπωση ότι όλοι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και έχουν κρυμμένους θησαυρούς. Στις 18.7.47 τα αντισημιτικά δημοσιεύματα αναγκάζουν τον αρθρογράφο της Εβραϊκής Εστίας να σημειώσει: «Οι επανελθόντες εκ της ομηρίας εβραίοι δεν έτυχαν ουδεμιάς απολύτου περιθάλψεως εκ μέρους του επισήμου κράτους. Χειρότερον ακόμη, συνήντησαν πάντοτε και συναντούν ακόμη ανυπερβλήτους δυσχερείας διά να τους αναγνωρισθεί το δίκαιόν των και εις κάθε περίπτωσιν και αι δυσχέρειαι αυταί, μαζί με την κρατικήν αδιαφορίαν έκαμαν ώστε πολλοί εβραίοι να είναι ακόμη άστεγοι και η φυματίωσις να έχει κάνει μεταξύ των από της απελευθερώσεως μέχρι σήμερον τόσας προόδους που ο αριθμός των ασθενών να είναι σήμερον οκταπλάσιος από το 1945». Κι ενώ ο πόλεμος έχει τελειώσει, η ιεροσυλία του εβραϊκού νεκροταφείου συνεχίζεται ακόμη το 1947, όταν καθημερινά επιτύμβιες πλάκες μεταφέρονται με κάρα σε διάφορα μέρη της πόλης, γεμίζουν τον περίβολο του Αγίου Δημητρίου και χρησιμοποιούνται για να στρωθεί ο δρόμος που συνδέει τη Λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου με το Στρατηγείο.

Τα χρόνια 1945-47 οι εβραϊκές κοινότητες ανταποκρίνονται στην πρόκληση της ανασυγκρότησης. Στις αρχές του 1946 γίνονται οι πρώτες εκλογές στην κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Τον Νοέμβριο του 1947 συγκαλείται στην Αθήνα η πρώτη συνέλευση των αντιπροσώπων των ισραηλιτικών κοινοτήτων. Πίκρα και ο θυμός δύσκολα παραμερίζονται και οι διαφωνίες είναι πάντα πολλές. Οι εβραϊκές εφημερίδες παρακολουθούν τη διεθνή πολιτική σκηνή και ιδιαιτέρως το ζήτημα της μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και τη διαδικασία της ανακήρυξης του κράτους του Ισραήλ. Καθρεφτίζουν επίσης τη νέα καθημερινότητα των κοινοτήτων. Το 1947 η καθημερινότητα αυτή περιλαμβάνει θέματα όπως η ανακατασκευή των εσωτερικών θυρών της συναγωγής, η διανομή αζύμων, «κομισθέντων εξ Αμερικής» για το Πάσχα, η αντικατάσταση του ραβίνου της Αθήνας που αναχωρεί για την Αίγυπτο, το ταξίδι του μοέλ, του περιτομέα, από την Αθήνα, αεροπορικώς για τη Θεσσαλονίκη, «διά να ενεργήσει περιτομή σε δέκα βρέφη». Στη φροντίδα των παιδιών υπάρχει συναίνεση και δίνεται προτεραιότητα: Στη Θεσσαλονίκη θα λειτουργήσει παιδικό κέντρο, ενώ το καλοκαίρι του 1947 εγκαινιάζονται οι κατασκηνώσεις στην Αγία Τριάδα: 72 παιδιά σε δύο περιόδους «επέρασαν είκοσι ημέρας εις τον καθαρόν αέρα της θαλάσσης», κάτι που το απαιτούσε η υγεία πολλών από αυτά. Εκεί, ανάμεσα στα παιδιά, αμβλύνονται οι αντιθέσεις, εκεί, επιτέλους, η χαρά της ζωής μπορεί να πάρει το πάνω χέρι. «Κανονική ζωή» σημαίνει επίσης συμβιβασμούς: για άλλους στον γάμο, για άλλους στη δουλειά, για κάποιους στην απόφαση να παραιτηθούν από τη συνέχιση των σπουδών τους. Αλλά στην απλότητά της η ζωή μπορεί να είναι και γλυκιά. Οι νέοι ανακαλύπτουν και πάλι τον έρωτα, τον χορό. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες απαθανατίζουν μια κυριακάτικη εκδρομή στη θάλασσα. Νέοι και νέες συναντιούνται στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς και με κάθε ευκαιρία χορεύουν, χορεύουν πολύ. Τα θύματα πασχίζουν να βρουν τη δύναμη να πάψουν να είναι θύματα, να βρουν ενδιαφέρον στη ζωή . Κάποιοι μοιάζουν να καταφέρνουν να αφήσουν πίσω τους την οδύνη του παρελθόντος για να προσηλωθούν στο μέλλον. Άλλοι δεν μπορούν να σταματήσουν να διηγούνται ο ένας στον άλλον ζοφερές ιστορίες παθών και τρόμου. Κάποιοι αντλούν κουράγιο απ’ την απαντοχή τους. Άλλοι πασχίζουν να λησμονήσουν. Η απόκτηση παιδιών γίνεται το θαύμα που επιτρέπει την είσοδο στην «κανονική ζωή». Γάμοι, κατά προτίμηση με κάποιον στον οποίο δεν χρειάζεται να εξηγήσεις με πολλές λέξεις όλα όσα πέρασες, με κάποια που γνώρισε τα εγκλήματα για τα οποία είναι ικανός ο άνθρωπος, τη γενναιοψυχία που μπορεί να κρύβει∙ με κάποιον που έχει κι εκείνος να διηγηθεί απίστευτες ιστορίες ανθρωπιάς κι αλληλεγγύης, μίσους και προδοσίας, με κάποια που όπως όλοι πρέπει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τους συμβιβασμούς της μεταπολεμικής ζωής, αλλά και να τα βγάλει πέρα με το βάρος της απώλειας των αγαπημένων, με το αβάσταχτο πένθος. Διότι κάτω από την επίφαση της «κανονικής ζωής», με δουλειά, οικογένεια και διασκέδαση, αυτοί που επέζησαν πενθούσαν. Διότι ημέρα πένθους ήταν η ημέρα της μνημόνευσης των νεκρών στα στρατόπεδα: στις 29 Μαρτίου του 1947 όλα τα εβραϊκά καταστήματα έμειναν κλειστά και στη θύρα τους τοιχοκολλήθηκε η πένθιμη αγγελία του μνημόσυνου. Η Συναγωγή ήταν κατάμεστη και ντυμένη στα μαύρα. Οι πολυέλαιοι σκεπασμένοι και εκατοντάδες κεριά αναμμένα. Η λειτουργία άρχισε στις 10 το πρωί και εκτός από τους «επισήμους» παρευρίσκονταν και χριστιανοί φίλοι. Μίλησαν ο ραβίνος Μόλχο, ο πρόεδρος Μενασέ, ο δικηγόρος Ναχμίας και ο «γηραιός ιστοριογράφος» Ιωσήφ Νεχαμά. Και το πλήθος ξέσπασε σε λυγμούς. Για κάποιους ποτέ δεν θα υπήρχε «κανονική ζωή».

H ανάμνηση της επιστροφής ξεθώριασε ανάμεσα στις οδυνηρές μνήμες της Shoah, τη νοσταλγία των προπολεμικών χρόνων και τις απαιτήσεις του παρόντος. Ίσως όμως στην επιστροφή και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια βρίσκονται εξηγήσεις για τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγαλώσαμε εμείς, τα παιδιά εκείνων που επέζησαν. Και ίσως καταλάβουμε καλύτερα τους φόβους και την τόλμη, τις αποφάσεις και τους δισταγμούς, την αυστηρότητα και την τρυφερότητα των δικών μας.

i. Μια εκδοχή του κειμένου αυτού διαβάστηκε στη Συναγωγή Μοναστηριωτών, στη Θεσσαλονίκη, την Ημέρα Μνήμης (Yom haShoah), στις 8.5.2011.