γιαννης δ. ιωαννιδης

Επιστροφή και Ανασύνταξη

Υπάρχουν δύο τρόποι για να βρεθεί κανείς σπίτι του. Ο ένας είναι να μη φύγει ποτέ από αυτό. Ο άλλος είναι να φύγει και να περπατήσει γύρω-γύρω ολόκληρη τη Γη μέχρι να ξαναγυρίσει στο ίδιο σημείο. Είχα προσπαθήσει να διηγηθώ ένα τέτοιο φανταστικό ταξίδι σε μια ιστορία που έγραψα κάποτε.

Το είχα φανταστεί λοιπόν σαν ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται σε μια από τις απέραντες πεδιάδες με τις στρογγυλεμένες πλαγιές, σαν αυτές στις οποίες βλέπει κανείς τα αρχαία «Λευκά Άλογα» του Γουέσεξ, που μοιάζουν χαραγμένα στις πλαγιές των λόφων. Θα μιλούσε για κάποιο αγόρι, που το αγροτόσπιτο ή το εξοχικό του βρισκόταν σε μια τέτοια πλαγιά και που τριγυρνούσε ολόγυρα ψάχνοντας να βρει κάτι σαν το ομοίωμα και τον τάφο κάποιου γίγαντα. Σε μια στιγμή λοιπόν που το αγόρι είχε κάμποσο απομακρυνθεί, γύρισε και κοίταξε πίσω∙ και τότε είδε πως το σπίτι του κι ο λαχανόκηπός του, που έλαμπαν γλυκά πάνω στην πλαγιά του λόφου σαν τα χρώματα και τα διακοσμητικά σχέδια μιας ασπίδας, δεν ήταν παρά κομμάτια ακριβώς μιας τέτοιας γιγάντιας φιγούρας σαν αυτή που έψαχνε και πάνω στην οποία ζούσε ανέκαθεν, μόνο που ήταν πάρα πολύ μεγάλη και πάρα πολύ κοντά του για να τη διακρίνει. Πρόκειται, νομίζω, για μια πολύ αληθινή εικόνα του τρόπου με τον οποίο ερευνά και προχωράει κάθε πραγματικά ανεξάρτητο μυαλό σήμερακι αυτό είναι το κεντρικό θέμα αυτού εδώ του βιβλίου.i

Επιστροφή (η)∙ η ενέργεια του επιστρέφειν, αποστολή του οφειλομένου: «επιστροφή των χρημάτων, -των δώρων, -του αρραβώνος»∙ || επιστροφή εις τον τόπον της αφετηρίας, επάνοδος: «επιστροφή εις την πατρίδα», «εισιτήριον μετ’ επιστροφής»∙ || εκκλ. επιστροφή εις την πίστην, μετάνοια: «επιστροφή των αρνησιθρήσκων»` || εμπορ. επιστροφή και πληθ. επιστροφές`∙ τα επιστρεφόμενα είδη ως μη πωληθέντα, ιδία επί εφημερίδων, περιοδικών, βιβλίων, κ.ά.

[Στρ. Τακτ.] Βλ. λ. αντεπίθεσις.

[Ρητορ.] Ούτως εκλήθη υπό τινων τεχνογράφων η αντιστροφή (βλ. λ. [Ρητορ.]).ii

Φτάνει ως εδώ∙ αυτά είναι πράγματα εντελώς προσωπικά, είναι ακριβώς αυτά που είναι, για να ’ναι και το Μπουένος Άιρες μαζί.

Το Μπουένος Άιρες είναι ο παραδίπλα δρόμος, εκείνος που δεν πέρασα ποτέ, είναι τα βάθη τα κρυφά της κάθε γειτονιάς, είναι οι μέσα οι αυλές, είναι αυτό που κρύβουν οι προσόψεις, είναι ο εχθρός μου αν έχω εχθρό, είναι αυτός που δεν τ’ αρέσουνε οι στίχοι μου (ούτε κι εμένα δεν μ’ αρέσουν), εκείνο το απόμερο βιβλιοπωλείο που ίσως μπήκαμε καμιά φορά και τώρα το ’χουμε ξεχάσει, είναι αυτή η γοητεία ενός τραγουδιού παλιού που κάποιος έξω το σιγοσφυρίζει και δεν μπορείς αμέσως να το θυμηθείς κι όμως κάπου σε αγγίζει, είναι αυτό που χάθηκε κι εκείνο που θα ’ρθεί, είναι αυτό που βρίσκεται μακριά, αυτό που ανήκει σ’ άλλους, κάτι που στρίβει τη γωνιά, η γειτονιά μας που δεν είναι ούτε δική σου ούτε δική μου, εκείνο που δεν ξέρουμε κι εκείνο που αγαπάμε. iii

Επιστροφή Ασώτου∙ βλ. Ασώτου Κυριακή (κατά Λουκά, ιε’, 11-24). iv

Σ’ ένα ξένο που επισκέπτεται την Οξφόρδη ή το Καίμπριτζ για πρώτη φορά, δείχνουμε μια σειρά από κολλέγια, βιβλιοθήκες, γήπεδα, μουσεία, επιστημονικά τμήματα και γραφεία διοίκησης. Στο τέλος, αυτός ρωτάει: «Ωραία, αλλά πού είναι το Πανεπιστήμιο; Είδα πού μένουν τα μέλη των κολλεγίων, πού δουλεύει ο αρχειοφύλακας, πού κάνουν τα πειράματά τους οι επιστήμονες, κ.τ.λ. Αλλά δεν είδα ακόμα το Πανεπιστήμιο, στο οποίο μένουν κι εργάζονται τα μέλη του Πανεπιστημίου σας».

Πρέπει τότε να του εξηγήσουμε ότι το Πανεπιστήμιο δεν είναι κάτι σαν αυτά που του δείξαμε, κάποιο μυστικό κολλέγιο, εργαστήριο ή γραφείο. Το Πανεπιστήμιο είναι ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένα όλα αυτά που του δείξαμε. Το Πανεπιστήμιο θα το «δει», δηλαδή, όταν τα δει όλα αυτά και κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο συντονίζονται μεταξύ τους. v

Επιστροφής κύκλωμα [Ηλεκτρ.] Κύκλωμα ειδικώς διατεταγμένον προς αφήν και σβέσιν μιάς ή πολλών λυχνιών, από δύο ή πολλάκις και περισσοτέρων θέσεων, δι’ ειδικών διακοπτών, καλουμένων διακοπτών επιστροφής (allerretour).vi

…τ δ πλοον ν μετ τν ϊθέων πλευσε κα πάλιν σώθη, τν τριακόντορον, χρι τν Δημητρίου το Φαληρέως χρόνων διεφύλαττον ο θηναοι, τ μν παλαι τν ξύλων φαιροντες, λλα δ μβάλλοντες σχυρ κα συμπηγνύντες οτως στε κα τος· φιλοσόφοις ες τν αξόμενον λόγον μφιδοξούμενον παράδειγμα τ πλοον εναι, τν μν ς τ ατό, τν δ ς ο τ ατ διαμένοι λεγόντων.

Το πλοίο με το οποίο [ο Θησέας και] οι νέοι επέστρεψαν από την Κρήτη είχε τριάντα κουπιά, και διατηρήθηκε από τους Αθηναίους μέχρι την εποχή του Δημητρίου του Φαληρέως [317-307 π.Χ.], όταν και αντικαταστάθηκαν τα παλιά ξύλα που σάπισαν με καινούρια. Από τότε οι φιλόσοφοι άρχισαν να διαφωνούν σχετικά με την υπόστασή του. Η μία πλευρά, υποστήριζε ότι το πλοίο παρέμενε το ίδιο, ενώ η άλλη ότι δεν είναι το ίδιο.vii

Επιστρόφια (τα) ή πιστρόφια [Λαογρ.] Η πρώτη μετά τον γάμον γινομένη επίσημος εστίασις των νεονύμφων εις την οικίαν των γονέων της νύμφης, λεγομένη και «γυρίσματα», «αντίχαρα», «αντίγαμος», κ.ά. Τελείται αύτη κατά την πρώτην μετά τον γάμον Τρίτην ή Πέμπτην, ή συνηθέστερον κατά Κυριακήν. viii

Το αν θα επιλέξουμε να πούμε πως είναι το ίδιο πλοίο, δεν εξαρτάται από το τι θεωρούμε «ίδιο» αλλά από το τι ονομάζουμε «πλοίο»∙ είναι ζήτημα του πώς επιλέγουμε να προσδιορίσουμε αυτό τον όρο μέσα στο χρόνο.

Οι περισσότεροι από τους γενικούς όρους μας προσδιορίζονται με κριτήριο τη συνέχεια, επειδή η συνέχεια βοηθάει την ιδέα της αιτιακής διασύνδεσης. ix

Επιστροφία (η) [Αρχ.] Επίκλησις της Αφροδίτητς σχετιζομένη με την ιδιότητά της ως θεάς του έρωτος. Σημαίνει την καρδιόστροφον (λατιν. Venus Verticordia), αντίθετος δε ταύτης ήτο η επίκλησις Αποστροφία.x

Το γεγονός ότι το πλοίο αυτό χρησιμοποιούνταν αδιάκοπα σαν το ιερό πλοίο, με το οποίο έκαναν κάθε χρόνο το τελετουργικό ταξίδι από τον Πειραιά στη Δήλο, φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι είναι το ίδιο πλοίο με το οποίο ταξίδεψε ο Θησέας. Όμως αρκεί αυτό το γεγονός για να παραβλεφθούν όλες οι αξιώσεις ενός άλλου πλοίου, που μπορεί να ανακατασκεύασε κάποιος χρησιμοποιώντας τις σανίδες που πετάχτηκαν για ν’ αντικαταστάθηκαν και δεν αποκλείεται να είναι πολύ πιο κοντινό προς το πλοίο του Θησέα τόσο σε ό,τι αφορά τα υλικά, όσο και το σχέδιο και την πλοϊμότητα;

Λίγοι θα σπεύσουν να επιλέξουν ένα από τα δυο. Κάποιοι μάλιστα, θα πουν πως δεν υπάρχει θέμα να επιλέξουμε. Θα μας ζητήσουν να φανταστούμε ότι το ζήτημα παίζεται σε μια εποχή, κατά την οποία οι Αθηναίοι δεν πίστευαν πια στον Απόλλωνα αλλά εξακολουθούσαν να πιστεύουν στο Θησέα, και αποφάσισαν να του στήσουν ένα μνημείο, πάνω στο οποίο θα τοποθετούσαν το πλοίο. Τότε, οι αρχαιολόγοι θα υποστήριζαν μάλλον ότι το σωστό είναι να τοποθετηθεί το πλοίο που φτιάχτηκε από τις σανίδες που αντικαταστάθηκαν. Όμως δεν αποκλείεται να ξέσπαγε μια διαμάχη με τους υπέργηρους ιερείς, οι οποίοι θα υποστήριζαν πως θα έπρεπε να τοποθετηθεί το πλοίο που χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν στο τελετουργικό ταξίδι, ασχέτως αν οι σανίδες του είχαν αντικατασταθεί με καινούργιες.

Όλη η δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτές οι δυο απόψεις δεν έχουν κοινό μέτρο. Μπορεί συμφιλιωτικά να ειπωθεί ότι, εφόσον η μια πλευρά προκρίνει το αρχαιολογικό κειμήλιο ενώ η άλλη κάτι που επιτελεί συνεχώς ένα λειτουργικό ρόλο, τότε η όλη διαφωνία έχει στην πραγματικότητα να κάνει με το τι πρέπει να θεωρηθεί ως ιερό πλοίο. Αυτό που ενδιαφέρει τους αρχαιολόγους, οι οποίο προκρίνουν το ανακατασκευασμένο κειμήλιο, είναι διαφορετικό από αυτό που ενδιαφέρει τους ιερείς, οι οποίοι προκρίνουν το επιδιορθωμένο αλλά αδιάκοπα λειτουργικό πλοίο. Και οι δυο εμμένουν στον όρο πλοίο, αλλά, επειδή έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα, δεν εννοούν το ίδιο πράγμα λέγοντας «πλοίο».

Η αρχαιολογία, από τη φύση της, αναζητεί τον Θησέα κοιτάζοντας προς τα πίσω. Όμως ο Θησέας έβλεπε προς τα εμπρός, αναζητώντας τους ιερείς που θα συνέχιζαν τη λατρεία, την οποία θέσπισε ο ίδιος.xi

Επιστρόφιον [Ναυτ.] (κοιν. πιστρόφα και τουρέλλο, γαλλ. le gabord, calbord, αγγλ. the gardboardstrake). Η πρώτη, εκατέρωθεν της τρόπιδος ξυλίνου πλοίου, σειρά επηγκενίδων του εξωτερικού περιβλήματος. Εντορμούμενων εις επιμήκη γλυφήν ισοσκελή προσεγγίζουσαν την ορθήν, εκτεινομένην δε καθ’ άπαν το μήκος της τρόπιδος, διήκει και τούτο από της στείρας έως του ποδοστήματος. xii

Λύση: βάζουμε στην άκρη τον όρο «το ίδιο πράγμα», που είναι διφορούμενος, και απαντάμε ότι είναι το ίδιο πλοίο (οριζόμενο ως κατασκευή ή δομή), αλλά όχι η ίδια συλλογή σανίδων. xiii

Επιθετική επιστροφή [Στρ. Τακτ.]. Προκειμένου περί αντεπιθέσεως προς ανακατάληψιν αμυντικών γραμμών, άρτι καταληφθεισών υπό του εχθρού, και εφ’ ων ούτος δεν ωργανώθη ακόμη αμυντικώς, ούτε επανεσυντάχθη, οι σύγχρονοι Κανονισμοί δεν ποιούνται διάκρισιν, αλλά θεωρούσι και το είδος τούτο ως συνήθη αντεπίθεσιν. Μέχρι των προ του παγκοσμίου πολέμου εποχών, οι Γαλλικοί Κανονισμοί, συνεπώς και οι Ελληνικοί, απεκάλουν επιθετικήν επιστροφήν την αντεπίθεσιν την εκτελουμένην επί τω σκοπώ του να αποδιωχθή ο επιτιθέμενος εκ του εδάφους, όπερ προ μικρού κατέλαβεν (Καν. Πεζ. 1905 § 270, 1914 § 262). Οι Γερμανικοί Κανονισμοί δεν εποίουν ποτέ τοιαύτην διάκρισιν. Η τοιούτου είδους αντεπίθεσις στηρίζει τας ελπίδας επιτυχίας της αποκλειστικώς και μόνον επί της επικρατούσης αταξίας και της εξαντλήσεως και της εκνευρίσεως, υφ’ ων κατέχεται ο επιτιθέμενος κατά την στιγμήν της επί της αμυντικής θέσεως αφίξεώς του, οπότε ακριβώς ένεκα των λόγων τούτων δεν δύναται ν’ αντιμετωπίσει επίθεσίν τινα. Η τοιαύτη δ’ αντεπίθεσις είναι πάντοτε μετωπική. Ο Καν. Πεζ. 1924 ομιλεί περί αντεπιθέσεως προς ανακατάληψιν σημείων, εφ’ ων ο εχθρός έθεσε πόδα, ως περί συνήθως αντεπιθέσεως.

Αυτονόητον καθίσταται ότι, αφ’ ης στιγμής ο καταλαβών τας αμυντικάς θέσεις επιτιθέμενος εγκατασταθή οριστικώς επ’ αυτών (ανασυνταχθή και άρξηται της αμυντικής οργανώσεως των καταληφθεισών θέσεων), από της στιγμής ταύτης πάσα δράσις του αμυνομένου προς ανακατάληψιν αυτών δεν αποκαλείται αντεπίθεσις, διότι είναι συνήθης επίθεσις έχουσα ως τακτικήν αποστολήν την ανάκτησιν των απωλεσθεισών θέσεων. xiv

Έφεξε… βλέπω το φεγγάρι αχνό, μέσ’ απ’ τα σύννεφα τα μαύρα∙ πηγαίνω πίσω στο γιοφύρι∙ απάνω του ένα πράγμα σκοτεινό, στρατιώτες πεζοί, πάει μαζωμένο. Μου θυμίζει νύχτες σκοτεινές βαθιές. Πλησιάζουν, σκορπιούνται κι έπειτα σμίγουν. Οι αξιωματικοί τρέχουν με τ’ άλογα, με τους υπηρέτες πίσω τρέχουν. Θυμούνται το εστιατόριο, το φωτισμένο δωμάτιο∙ μέσ’ απ’ την πόλη ένα αυτοκίνητο βγαίνει με το ’να φανάρι αναμμένο∙ μέσα, τρόμαξα που το ’δα, χωρικοί. Φτάνω στα καμίνια: ένα στόμα κόκκινο, μέσα μια μορφή σκοτεινή∙ πάνω έχει κρυφτεί το φεγγάρι. Γυρίζω τη ματιά μου στην πόλη∙ κοντινά βουνά σκοτεινά. Βλέπω στον κάμπο. Ένα κάλεσμα λευκό∙ δεν πάω∙ περνώ απ’ το μύλο, να δω την κάμαρη … δεν βλέπω τίποτα … Ο άρρωστος τη νύχτα θέλει ήσυχο φως∙ απάνω στο τραπέζι το ρολόι∙ χτυπά∙ τ’ ακούς. xv

Cutup

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

26 Φεβρουαρίου 2016

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

i Γκ. Κ. Τσέστερτον, Ο αιώνιος άνθρωπος (1925), μτφρ. Γ. Δ. Ιωαννίδης, υπό έκδοση.

ii Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού», τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1931

iii Χόρχε Λούις Μπόρχες, «Μπουένος Άιρες», στο Το Εγκώμιο της Σκιάς (1969), μτφρ. Δημήτρης Καλοκύρης

iv Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού», τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1931

v Γκίλμπερτ Ράιλε, «Ο μύθος του Καρτέσιου», στο The Concept of Mind (1949), μτφρ. ΓΔΙ.

vi Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού», τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1931

vii Πλούταρχος, Θησεύς, 23.1

viii Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού», τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1931

ix Γουίλαρντ Βαν Όρμαν Κουάιν, Theories and Things (1981)

x Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού», τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1931

xi Ντέιβιντ Γουίγκινς, Sameness and Substance Renewed (2001).

xii Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού», τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1931

xiii Βενσάν Ντεκόμπ, «Τα συλλογικά Άτομα» (1992)

xiv Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού», τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1931

xv Στρατής Δούκας, Η Επάνοδος (1943)